Μετάφραση του "sheltering" σε Ελληνικά

Το στέγαση είναι η μετάφραση του "sheltering" σε Ελληνικά.

sheltering noun verb γραμματική

Present participle of shelter. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στέγαση

    noun

    Artificial construction, part of the production facility that is useful to host or provide shelter for activities development.

    Τεχνητή κατασκευή που αποτελεί μέρος της εγκατάστασης παραγωγής και χρησιμεύει για τη φιλοξενία ή τη στέγαση δραστηριοτήτων ανάπτυξης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sheltering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sheltering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καταφύγιο έκτακτης ανάγκης
  • καταφύγιο
  • προσωρινό καταφύγιο
  • καταφύγιο
  • απάνεμος · προστατευμένος · προφυλαγμένος · υπερπροστατευμένος
  • άσυλο · αμπρί · απάγκιο · κέντρο περίθαλψης · κέντρο υποδοχής · κατάλυμα · καταφύγιο · κλωβός · κρύβω · προστασία · προστατεύω · προσφέρω καταφύγιο · προφυλάγω · προφυλάσσω · σκέπαστρο · σκέπη · στέγη · στεγάζω · υποθάλπω · υπόστεγο
  • διαφεύγω σε καταφύγιο · σπεύδω σε καταφύγιο
  • κέντρο υποδοχής μεταναστών
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sheltering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη