Μετάφραση του "shoo" σε Ελληνικά
Οι διώχνω, ξουτ, ουστ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shoo" σε Ελληνικά.
shoo
interjection
verb
γραμματική
(transitive, informal) To induce someone or something to leave. [..]
-
διώχνω
verbto induce someone to leave
-
ξουτ
επιφ.go away [..]
-
ουστ
interjectiongo away
Now, shoo, you little parasite, you.
Τώρα, ουστ παράσιτο, ουστ.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δίνε του
- ξου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " shoo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη