Μετάφραση του "shook" σε Ελληνικά

Το αποσυναρμολογημένο βαρέλι είναι η μετάφραση του "shook" σε Ελληνικά.

shook verb noun γραμματική

A set of pieces for making a cask or box, usually wood. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποσυναρμολογημένο βαρέλι

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " shook " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "shook" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη