Μετάφραση του "shoot" σε Ελληνικά

Οι πυροβολώ, ρίχνω, κυνήγι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "shoot" σε Ελληνικά.

shoot verb noun interjection γραμματική

(transitive) To fire a projectile or energy weapon at. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πυροβολώ

    verb

    to hit with a shot

    Look, give me your phone or I shoot your car.

    Κοίτα ή μου δίνεις το τηλέφωνο, ή πυροβολώ το αυτοκίνητο σου.

  • ρίχνω

    verb

    to fire a shot

    Listen, when he shoots me, you change and you run and you don't look back.

    'κου, μόλις μου ρίξει, εσύ άλλαξε και τρέξε και μην κοιτάξεις πίσω.

  • κυνήγι

    noun neuter

    One day, after long hunt, I shoot something near me.

    Μια μέρα, μετά από ένα κυνήγι, χτύπησα κάτι κοντά μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τραβώ
    • σουτ
    • βλαστός
    • φωτογραφίζω
    • βάλλω
    • κυνηγώ
    • γύρισμα
    • φωτογράφιση
    • Βλαστός
    • κινηματογραφώ
    • ορμώ
    • αποσπώ
    • βλασταίνω
    • γαζώνω
    • υπερπηδώ
    • φιντάνι
    • φιντανάκι
    • σπεύδω
    • κάνω ένεση
    • ρίχνω τουφεκιές
    • τουφεκίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " shoot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "shoot"

Φράσεις παρόμοιες με "shoot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "shoot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη