Μετάφραση του "slaveholding" σε Ελληνικά

Οι δουλεία, ειλωτεία, σκλαβιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slaveholding" σε Ελληνικά.

slaveholding adjective noun γραμματική

Having possession/ownership of one or more slaves. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλεία

    noun feminine

    The practice of keeping slaves.

  • ειλωτεία

    noun
  • σκλαβιά

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slaveholding " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slaveholding" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη