Μετάφραση του "slaver" σε Ελληνικά

Οι δουλέμπορος, σάλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slaver" σε Ελληνικά.

slaver verb noun γραμματική

To drool saliva from the mouth; to slobber. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλέμπορος

    noun masculine

    slave trader

    The commissioner, the army, and sometimes a slaver called Sulleiman.

    Ο επίτροπος, ο στρατός, και μερικές φορές ένας δουλέμπορος που ονομάζεται Sulleiman.

  • σάλιο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slaver " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "slaver"

Φράσεις παρόμοιες με "slaver" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slaver" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη