Μετάφραση του "slavery" σε Ελληνικά

Οι δουλεία, σκλαβιά, δουλειά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "slavery" σε Ελληνικά.

slavery noun γραμματική

An institution or social practice of owning human beings as property, especially for use as forced laborers. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλεία

    noun feminine

    condition in which one is captivated or subjugated [..]

    Says here she was recognized for her fight against human trafficking and modern slavery.

    Εδώ λέει ότι είναι γνωστή για τη μάχη της κατά της εμπορίας ανθρώπων και της σύγχρονης δουλείας.

  • σκλαβιά

    noun feminine

    Helping hundreds of people escape slavery and retreat'em.

    Βοηθώντας εκατοντάδες ανθρώπους να γλυτώσουν από τη σκλαβιά.

  • δουλειά

    noun feminine

    condition in which one is captivated or subjugated [..]

    I mean, beyond the slavery and the severe beatings.

    Εκτός από τη δουλειά και το ξύλο που έφαγες, εννοώ!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αιχμαλωσία
    • Δουλεία
    • ειλωτεία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " slavery " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "slavery"

Φράσεις παρόμοιες με "slavery" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "slavery" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη