Μετάφραση του "spraying" σε Ελληνικά
Το ψεκασμός είναι η μετάφραση του "spraying" σε Ελληνικά.
spraying
noun
verb
γραμματική
Present participle of spray. [..]
-
ψεκασμός
nounThis will also enable good spray cover to be achieved.
Έτσι επιτυγχάνεται και ο σωστός ψεκασμός του δέντρου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spraying " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "spraying" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αλισάχνη · αναβλύζω · αφρός · γαζώνω (με πυρά) · κλωνάρι · ράντισμα · ραντίζω · σπρέι · ψεκάζω · ψεκασμός · ψεκαστήρας · ψιχάλες
-
αεροζόλ · δοχείο ψεκασμού · σπρέι
-
πιστόλι · πιστόλι φεκασμού
-
σπρέι πιπεριού
-
ψεκάζω
-
Περίβλημα καλωδίου από αλουμίνιο, καλυμμένο με ψεκασμένο πολυαιθυλένιο
-
λακ
-
ψεκασμός μετάλλου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη