Μετάφραση του "spray" σε Ελληνικά
Οι ψεκάζω, ραντίζω, σπρέι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "spray" σε Ελληνικά.
A fine, gentle, disperse mist of liquid. [..]
-
ψεκάζω
verbto project a liquid in a disperse manner
I almost pepper-sprayed a lawyer in a tuxedo.
I σχεδόν πιπέρι-ψεκάζονται Η δικηγόρος σε ένα σμόκιν.
-
ραντίζω
verbto project a liquid in a disperse manner
-
σπρέι
noun neuterYou're lucky I don't have my pepper spray.
Είσαι τυχερή που δεν έχω το σπρέι πιπεριού.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ψεκασμός
- κλωνάρι
- γαζώνω (με πυρά)
- ράντισμα
- ψιχάλες
- ψεκαστήρας
- αφρός
- αλισάχνη
- αναβλύζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " spray " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Ψεκάζω
Spray the thin layer of silica gel with a solution of 20 % phosphomolybdic acid in ethyl alcohol.
Ψεκάζεται η λεπτή στιβάδα πηκτώματος διοξειδίου του πυριτίου με διάλυμα 20 % φωσφορομολυβδαινικού οξέος σε αιθυλική αλκοόλη.
Εικόνες με "spray"
Φράσεις παρόμοιες με "spray" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αεροζόλ · δοχείο ψεκασμού · σπρέι
-
πιστόλι · πιστόλι φεκασμού
-
σπρέι πιπεριού
-
ψεκάζω
-
Περίβλημα καλωδίου από αλουμίνιο, καλυμμένο με ψεκασμένο πολυαιθυλένιο
-
λακ
-
ψεκασμός μετάλλου
-
ψεκασμός