Μετάφραση του "sterilisation" σε Ελληνικά

Οι στείρωση, αποστείρωση, στειρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sterilisation" σε Ελληνικά.

sterilisation noun γραμματική

(UK) Alternative spelling of sterilization. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στείρωση

    Noun feminine

    Procedure by which a human or other animal is made incapable of reproduction.

    Forced or coerced sterilisation of women is punishable under Slovak legislation.

    Ο εξαναγκασμός ή η υποχρέωση των γυναικών να υποβληθούν σε στείρωση τιμωρείται δυνάμει της σλοβακικής νομοθεσίας.

  • αποστείρωση

    Noun

    The act or process of destroying all forms of microbial life on and in an object.

    Reusable devices requiring cleaning, disinfection, sterilisation or refurbishing between uses

    Επαναχρησιμοποιούμενα τεχνολογικά προϊόντα που απαιτούν καθαρισμό, απολύμανση, αποστείρωση ή ανακαίνιση μεταξύ των χρήσεων

  • στειρωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sterilisation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sterilisation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sterilisation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη