Μετάφραση του "sterility" σε Ελληνικά
Οι στειρότητα, στειρότης, ακαρπία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sterility" σε Ελληνικά.
sterility
noun
γραμματική
The state or quality of being sterile. [..]
-
στειρότητα
nounThis could be the key to solving human sterilization.
Αυτό μπορεί να είναι η λύση για την ανθρώπινη στειρότητα.
-
στειρότης
This could be the key to solving human sterilization.
Αυτό μπορεί να είναι η λύση για την ανθρώπινη στειρότητα.
-
ακαρπία
noun -
αγονία
noun femininestate of being sterile
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sterility " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sterility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποστείρωση · στείρωση
-
άγονος · άκαρπος · στείρος
-
αποστειρωμένο γάλα
-
· αποστειρώνω · αποστειρώσει · στειρώνω
-
άγονος · άκαρπος · στείρος
-
· αποστειρώνω · αποστειρώσει · στειρώνω
-
· αποστειρώνω · αποστειρώσει · στειρώνω
-
άγονος · άκαρπος · στείρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη