Μετάφραση του "stroke" σε Ελληνικά

Οι χαϊδεύω, χτύπημα, κίνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stroke" σε Ελληνικά.

stroke verb noun γραμματική

(transitive) To move one's hand or an object (such as a broom) along (a surface) in one direction. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαϊδεύω

    verb

    Sometimes when I'm doing my hair, I just sit and stroke it cos it's so soft.

    Μερικές φορές όταν χτενίζομαι, χαϊδεύω τα μαλλιά μου, είναι τόσο απαλά.

  • χτύπημα

    noun neuter

    Your qualifications were stated perfectly, and the entire report was a firmly gripped stroke of your narcissistic egomania.

    Τα προσόντα σου παρουσιάστηκαν τέλεια και ολόκληρο το ρεπορτάζ ήταν ένα σθεναρό χτύπημα στη ναρκισσιστική εγωμανία σου.

  • κίνηση

    noun feminine

    That tape you found was a stroke of genius.

    Η κασέτα που βρήκες ήταν πολύ έξυπνη κίνηση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κτύπημα
    • αποπληξία
    • χάδι
    • θωπεύω
    • εγκεφαλικό
    • προσβολή
    • χάιδεμα
    • μολυβιά
    • θωπεία
    • σύμπτωση
    • χαϊδολογώ
    • Εγκεφαλικό επεισόδιο
    • εγκεφαλικό επεισόδιο
    • κίνηση κολυμβητή ή κωπηλάτη
    • πλήρης κίνηση
    • χτύπημα μπάλας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stroke " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "stroke"

Φράσεις παρόμοιες με "stroke" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ετυχής συγκυρία · ευτυχής σύμπτωση · ευτύχημα · εύνοια της τύχης · κωλοφαρδία
  • δίχρονος κινητήρας
  • ευκαιρία · ευνοϊκή συγκυρία, εύνοια της τύχης
  • τετράχρονος κινητήρας
  • αναλαμπή ευφυΐας · ιδιοφυής ιδέα · ιδιοφυής κίνηση · κορωνίδα τής δημιουργίας του · φαεινή ιδέα
  • έρωτας κεραυνοβόλος
  • τετράχρονος κινητήρας
  • χτύπημα τένις
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stroke" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη