Μετάφραση του "stupor" σε Ελληνικά
Οι λήθαργος, νάρκη, σοκ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stupor" σε Ελληνικά.
stupor
noun
γραμματική
A state of reduced consciousness or sensibility [..]
-
λήθαργος
noun masculinea state of reduced consciousness or sensibility
dizziness somnolence, stupor, lethargy, headache, disturbance of attention
ζάλη υπνηλία, εμβροντησία, λήθαργος, κεφαλαλγία, διαταραχές στην προσοχή
-
νάρκη
noun femininea state of reduced consciousness or sensibility
I cried so much, I was in a stupor.
Έκλαιγα τόσο πολύ, ήμουν σε μια νάρκη.
-
σοκ
noun neuterHe died in physical stupor in a fire fight with the police.
Πέθανε από σοκ σε μια συμπλοκή με την αστυνομία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σάστισμα
- αδράνεια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stupor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη