Μετάφραση του "substantive" σε Ελληνικά
Οι ουσιαστικό, ουσιαστικός, ουσιαστικόν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "substantive" σε Ελληνικά.
Of the essence or essential element of a thing; as, "substantive information". [..]
-
ουσιαστικό
noun neutergrammar
I have a substantive question regarding the priority the rapporteur gives to youth.
Έχω ένα ουσιαστικό ερώτημα σχετικά με την προτεραιότητα που δίνει η εισηγήτρια στους νέους.
-
ουσιαστικός
noun masculineFor that reason the substantive rule laid down in the directive is applied in their favour.
Για τον λόγο αυτόν εφαρμόζεται υπέρ των ιδιωτών ο ουσιαστικός κανόνας που είναι καταστρωμένος στην οδηγία.
-
ουσιαστικόν
A word that can be used to refer to a person, place, thing, quality, or idea; a part of speech. It can serve as the subject or object of a verb. For example, a table or a computer.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανεξάρτητος
- αντωνυμία
- επί τής ουσίας
- υπαρξιακός
- υποστασιακός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " substantive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Substantive" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Substantive στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "substantive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διακριτό εγώ · υποστασιακό εγώ
-
ουσιαστικό