Μετάφραση του "substantiation" σε Ελληνικά

Οι απόδειξη, επιβεβαίωση, επαλήθευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "substantiation" σε Ελληνικά.

substantiation noun γραμματική

The act of substantiating [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόδειξη

    noun feminine

    269 The Commission contends that the applicant's cooperation did not contribute substantially to establishing the facts.

    269 Η Επιτροπή διατείνεται ότι η συνεργασία της προσφεύγουσας δεν ήταν καίρια για την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών.

  • επιβεβαίωση

    noun

    In order to substantiate that finding, it referred to the reproduction of a can used for beer of the Heineken brand submitted by the intervener.

    Προς επιβεβαίωση του συμπεράσματος αυτού αναφέρθηκε στην απεικόνιση ενός μεταλλικού κουτιού που χρησιμοποιείται για την μπύρα σήματος Heineken, που κατέθεσε η παρεμβαίνουσα.

  • επαλήθευση

    noun

    None of these three conditions could be substantiated.

    Δεν κατέστη εφικτή η επαλήθευση της πλήρωσης καμιάς εκ των τριών αυτών προϋποθέσεων.

  • βεβαίωση

    noun

    In duly substantiated cases, certain routine revenue items may be established provisionally.

    Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, ορισμένα τρέχοντα έσοδα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσωρινών βεβαιώσεων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " substantiation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "substantiation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ουσιαστική διαφορά
  • Ουσιαστικός, σημαντικός
  • ουσιωδώς
  • σημαντική πρόοδος
  • αιτιολογώ · αποδεικνύω · βεβαιώνω · εκπληρώνω · επιβεβαιώνω · πραγματοποιώ · στηρίζω · στοιχειοθετώ · τεκμηριώνω · υλοποιώ · υποστασιοποιώ
  • · αιθέριος · ανθεκτικός · μεγάλος · ουσιαστικός · ουσιαστικός, σημαντικός · ουσιώδης · πολύ · σημαντικός · σπουδαίος · υπαρκτός · χορταστικός
  • · αιθέριος · ανθεκτικός · μεγάλος · ουσιαστικός · ουσιαστικός, σημαντικός · ουσιώδης · πολύ · σημαντικός · σπουδαίος · υπαρκτός · χορταστικός
  • · αιθέριος · ανθεκτικός · μεγάλος · ουσιαστικός · ουσιαστικός, σημαντικός · ουσιώδης · πολύ · σημαντικός · σπουδαίος · υπαρκτός · χορταστικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "substantiation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη