Μετάφραση του "substantiate" σε Ελληνικά

Οι τεκμηριώνω, αποδεικνύω, στηρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "substantiate" σε Ελληνικά.

substantiate verb γραμματική

(transitive) to verify something by supplying evidence; to corroborate or authenticate [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεκμηριώνω

    verb

    to record in documents

  • αποδεικνύω

    verb

    Without political dialogue it will be clear that substantial progress is impossible.

    Χωρίς πολιτικό διάλογο η ουσιαστική πρόοδος θα αποδειχθεί αδύνατη.

  • στηρίζω

    Verb

    It is to be noted that these parties did not substantiate this claim in terms of quantities.

    Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι τα μέρη αυτά δεν στήριξαν την άποψή τους αυτή παραθέτοντας ποσοτικά αριθμητικά στοιχεία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βεβαιώνω
    • αιτιολογώ
    • επιβεβαιώνω
    • υλοποιώ
    • εκπληρώνω
    • στοιχειοθετώ
    • πραγματοποιώ
    • υποστασιοποιώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " substantiate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "substantiate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ουσιαστική διαφορά
  • απόδειξη · βεβαίωση · επαλήθευση · επιβεβαίωση
  • Ουσιαστικός, σημαντικός
  • ουσιωδώς
  • σημαντική πρόοδος
  • · αιθέριος · ανθεκτικός · μεγάλος · ουσιαστικός · ουσιαστικός, σημαντικός · ουσιώδης · πολύ · σημαντικός · σπουδαίος · υπαρκτός · χορταστικός
  • απόδειξη · βεβαίωση · επαλήθευση · επιβεβαίωση
  • απόδειξη · βεβαίωση · επαλήθευση · επιβεβαίωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "substantiate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη