Μετάφραση του "surefooted" σε Ελληνικά
Οι αλάνθαστος, με σίγουρο πόδι, σταθερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "surefooted" σε Ελληνικά.
surefooted
adjective
γραμματική
Walking steadily, moving freely, capable of finding good footing. [..]
-
αλάνθαστος
Adjective -
με σίγουρο πόδι
-
σταθερός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " surefooted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη