Μετάφραση του "sure" σε Ελληνικά
Οι σίγουρος, βέβαιος, ασφαλής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sure" σε Ελληνικά.
sure
adjective
adverb
interjection
γραμματική
Physically secure and certain, non-failing, reliable. [..]
-
σίγουρος
adjective masculinecertain in one's knowledge or belief
I'm sure I'll figure out a way to do that.
Είμαι σίγουρος που θα βρω έναν τρόπο να το κάνω αυτό.
-
βέβαιος
adjective masculinecertain in one's knowledge or belief
I'm quite sure Tom won't want to do that.
Είμαι αρκετά βέβαιος ότι ο Τομ δε θα θελήσει να το κάνει αυτό.
-
ασφαλής
adjectivecertain, reliable
I'm heading to the event site myself to make sure she's on lockdown.
Θα πάω ο ίδιος εκεί να βεβαιωθώ ότι είναι ασφαλής.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βεβαίως
- σίγουρα
- βέβαια
- ασφαλώς
- αμέ
- αβλαβής
- άκακος
- ακίνδηνος
- εντάξει
- φυσικά
- αληθινός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sure " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "sure" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βεβαιώνομαι · διαπιστώνω · ελέγχω · επαληθεύω · κοίτα να · φροντίζω να
-
ασφαλώς · βεβαίως · σίγουρα
-
ασφαλώς · βέβαια · βεβαίως · μάλιστα · ναι · σίγουρα · σαφώς · σιγουρα
-
αργά αλλά σταθερά
-
πώς να βεβαιωθείς
-
Θα έρθει σίγουρα
-
ένα είναι βέβαιο
-
αργά αλλά σταθερά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη