Μετάφραση του "sureness" σε Ελληνικά

Οι βεβαιότητα, αυτοπεποίθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sureness" σε Ελληνικά.

sureness noun γραμματική

(uncountable) The property of being sure, certainty. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βεβαιότητα

    noun feminine

    The problem with these types of goods is that you can never be sure of classifications.

    Tο πρόβλημα με αυτά τα είδη είναι ότι δεν υπάρχει ποτέ βεβαιότητα για την ταξινόμησή τους.

  • αυτοπεποίθηση

    noun

    If you have being sure of yourself you would have chosen another topic.

    Αν είχατε αυτοπεποίθηση, θα διαλέγατε ένα άλλο θέμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sureness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "sureness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βεβαιώνομαι · διαπιστώνω · ελέγχω · επαληθεύω · κοίτα να · φροντίζω να
  • ασφαλώς · βεβαίως · σίγουρα
  • άκακος · αβλαβής · ακίνδηνος · αληθινός · αμέ · ασφαλής · ασφαλώς · βέβαια · βέβαιος · βεβαίως · εντάξει · σίγουρα · σίγουρος · φυσικά
  • ασφαλώς · βέβαια · βεβαίως · μάλιστα · ναι · σίγουρα · σαφώς · σιγουρα
  • αργά αλλά σταθερά
  • πώς να βεβαιωθείς
  • Θα έρθει σίγουρα
  • ένα είναι βέβαιο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sureness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη