Μετάφραση του "tolerable" σε Ελληνικά
Οι ανεκτός, υποφερτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tolerable" σε Ελληνικά.
tolerable
adjective
adverb
γραμματική
Capable of being borne, tolerated or endured; bearable or endurable. [..]
-
ανεκτός
AdjectiveRacist discourse is an abuse of freedom of expression and cannot be tolerated.
Ο λόγος περί φυλετικών διακρίσεων αποτελεί κατάχρηση της ελευθερίας της έκφρασης και δεν μπορεί να γίνει ανεκτός.
-
υποφερτός
Even if one's partner is barely tolerable.
Ακόμα κι αν ο παρτενέρ κάποιου είναι απλά υποφερτός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tolerable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "tolerable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
όρια ανοχής
-
ανεχόμενος
-
Ανεκτικότητα - Ανοχή · ανεκτικότητα · ανοχή · συγκαταβατικότητα
-
Ανοχή συστήματος σε βλάβες
-
Δίκτυο ανεκτικό σε διακοπές
-
Ανοχή σε σφάλματα μπιτ
-
ανοχή σε βλάβες, ανοχή σφαλμάτων · ανοχή σφαλμάτων
-
Μέγιστο ανεκτό τρεμόπαιγμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη