Μετάφραση του "toxic" σε Ελληνικά
Οι τοξικός, δηλητηριώδης, τοξικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "toxic" σε Ελληνικά.
toxic
adjective
γραμματική
(toxicology) Having a chemical nature that is harmful to health or lethal if consumed or otherwise entering into the body in sufficient quantities. [..]
-
τοξικός
adjective masculineMany people buy it and do not know that it can be toxic.
Πολλοί άνθρωποι την αγοράζουν και δεν ξέρουν ότι μπορεί να είναι τοξική.
-
δηλητηριώδης
adjective masculineAnd maybe water is toxic to them, So you have to be careful with.
Και ίσως το νερό να είναι δηλητηριώδης για αυτούς εκεί, θα το δείτε.
-
τοξικό
This tells you you're swimming in a highly toxic poison.
Αυτό σας λέει ότι κολυμπάτε σε ένα πολύ τοξικό δηλητήριο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " toxic " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "toxic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τοξική ρύπανση
-
σύνδρομο τοξικής καταπληξίας
-
Νόσος Graves
-
τοξικό μέταλλο
-
τοξική αρρενωπότητα
-
Τοξικότητα · τοξικότητα
-
δηλητήριο
-
τοξικά απόβλητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη