Μετάφραση του "toxicity" σε Ελληνικά

Οι τοξικότητα, Τοξικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "toxicity" σε Ελληνικά.

toxicity noun γραμματική

(toxicology) Degree to which a toxic substance may harm a cell or organism. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοξικότητα

    The degree of danger posed by a substance to animal or plant life.

    Information on toxicity, infectiveness and pathogenicity to fish must be reported.

    Πρέπει να δίνονται πληροφορίες για την τοξικότητα, τη μολυσματικότητα και την παθογονικότητα στα ψάρια.

  • Τοξικότητα

    degree to which a substance can damage an organism

    3.4 Reproductive toxicity, including teratogenicity.

    3.4 Τοξικότητα για την αναπαραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της τερατογένεσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " toxicity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "toxicity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "toxicity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη