Μετάφραση του "toxicant" σε Ελληνικά
Το δηλητήριο είναι η μετάφραση του "toxicant" σε Ελληνικά.
toxicant
adjective
noun
γραμματική
Capable of causing damage by poisoning [..]
-
δηλητήριο
noun neuterThere is enough toxic concentration in it to kill a horse.
Είναι τόσο δυνατό δηλητήριο, που σκοτώνει και άλογο!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " toxicant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "toxicant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τοξική ρύπανση
-
σύνδρομο τοξικής καταπληξίας
-
δηλητηριώδης · τοξικό · τοξικός
-
Νόσος Graves
-
τοξικό μέταλλο
-
τοξική αρρενωπότητα
-
Τοξικότητα · τοξικότητα
-
τοξικά απόβλητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη