Μετάφραση του "trainable" σε Ελληνικά

Το ασκήσιμος είναι η μετάφραση του "trainable" σε Ελληνικά.

trainable adjective noun γραμματική

Capable of being trained, teachable, educatable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασκήσιμος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " trainable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "trainable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη