Μετάφραση του "unbounded" σε Ελληνικά
Οι απεριόριστος, άμετρος, απέραντος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "unbounded" σε Ελληνικά.
unbounded
adjective
γραμματική
having no boundaries or limits [..]
-
απεριόριστος
adjective -
άμετρος
adjective -
απέραντος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " unbounded " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "unbounded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μη δεσμευμένη έκθεση
-
ανοιχτό διάστημα
-
άδετος
-
μη δεσμευμένο αντικείμενο
-
πλαίσιο μη δεσμευμένου αντικειμένου
-
μη δεσμευμένος τύπος
-
μη δεσμευμένη φόρμα
-
Απεριόριστος, αδέσμευτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη