Μετάφραση του "utilitarianism" σε Ελληνικά

Το ωφελιμισμός είναι η μετάφραση του "utilitarianism" σε Ελληνικά.

utilitarianism noun γραμματική

(philosophy) A system of ethics based on the premise that something's value may be measured by its usefulness. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ωφελιμισμός

    noun masculine

    the theory of the "greatest happiness for the greatest number of people" [..]

    One of the most fascinating and major alternatives to the categorical imperative - utilitarianism.

    Μια από τις πιο συναρπαστικές και σημαντικές εναλλακτικές λύσεις είναι, η κατηγορηματική προσταγή. Ο ωφελιμισμός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " utilitarianism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "utilitarianism" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λειτουργικός · πρακτικός · χρηστικός · ωφελιμίστρια · ωφελιμιστής · ωφελιμιστικός
  • λειτουργικός · πρακτικός · χρηστικός · ωφελιμίστρια · ωφελιμιστής · ωφελιμιστικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "utilitarianism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη