Μετάφραση του "utilitarian" σε Ελληνικά
Οι πρακτικός, λειτουργικός, ωφελιμίστρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utilitarian" σε Ελληνικά.
utilitarian
adjective
noun
γραμματική
of or relating to utility [..]
-
πρακτικός
adjective masculinepractical and functional, not just for show
Well, maybe so, but any time you take a thing of beauty and make it utilitarian, something is lost.
Ναι αλλά, όταν παίρνεις κάτι όμορφο, κάνοντάς το πρακτικό, κάτι χάνεται.
-
λειτουργικός
adjective masculinepractical and functional, not just for show
In my new life, I'm trying to be less utilitarian.
Στη νέα μου ζωή θα είμαι λιγότερο λειτουργική.
-
ωφελιμίστρια
feminineSomeone who practices or advocates utilitarianism.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ωφελιμιστής
- ωφελιμιστικός
- χρηστικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " utilitarian " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "utilitarian" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ωφελιμισμός
-
ωφελιμισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη