Μετάφραση του "utility" σε Ελληνικά
Οι χρησιμότητα, ωφελιμότητα, ωφέλεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "utility" σε Ελληνικά.
The state or condition of being useful; usefulness. [..]
-
χρησιμότητα
noun femininemeasure of preferences over some set of goods (including services: something that satisfies human wants); it represents satisfaction experienced by the consumer of a good
But Anna has demonstrated the utility of her gifts.
Η'ννα όμως μας έδειξε την χρησιμότητα των δώρων της.
-
ωφελιμότητα
nounand create a consumer-based utility,
δημιουργώντας ωφελιμότητα βασισμένη στην κατανάλωση,
-
ωφέλεια
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δημόσια υπηρεσία
- χρησιμότης
- χρηστικός
- όφελος
- λειτουργικός
- δημόσια επιχείρηση
- επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας
- επιχείρηση κοινής ωφελείας
- εταιρεία κοινής ωφέλειας
- κοινωφελής επιχείρηση
- κοινωφελής υπηρεσία
- χρηστικό είδος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " utility " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Utility" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Utility στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "utility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σουγιάς
-
επαγγελματικό όχημα · φορτηγάκι · όχημα δημόσιας χρήσης · όχημα ποικίλων χρήσεων
-
αξιοποίηση των φυτοφαρμάκων
-
(δημόσια) επιχείρηση κοινής ωφελείας (ΔΕΚΟ) · δημόσια υπηρεσία · επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας · οργανισμός κοινής ωφελείας
-
Χρησιμοποίηση, αξιοποίηση
-
αξιοποίηση του τοπίου
-
το τερπνόν μετά τού ωφελίμου
-
βοήθημα, βοηθητικό αντιγραφής