Μετάφραση του "vindictive" σε Ελληνικά
Οι εκδικητικός, εκδικητής, φιλέκδικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vindictive" σε Ελληνικά.
vindictive
adjective
γραμματική
Having or showing a strong or unreasoning desire for revenge. [..]
-
εκδικητικός
He could be most vindictive towards young subalterns.
Θα μπορούσε να γίνει πολύ εκδικητικός προς τους νεαρούς υφισταμένους του.
-
εκδικητής
masculine -
φιλέκδικος
-
τιμωρός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " vindictive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "vindictive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκδικητικότητα · μνησικακία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη