Μετάφραση του "weaponry" σε Ελληνικά

Οι οπλισμός, όπλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weaponry" σε Ελληνικά.

weaponry noun γραμματική

Weapons, collectively; as, an array of weaponry. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οπλισμός

    noun masculine

    weapons collectively

    David knew that human power and weaponry mattered little.

    Ο Δαβίδ γνώριζε ότι η ανθρώπινη δύναμη και ο οπλισμός δεν είχαν καμιά σημασία.

  • όπλο

    noun neuter

    Said this guy knows everything about medieval weaponry.

    Είπε ότι αυτός ο τύπος γνωρίζει τα πάντα για τα μεσαιωνικά όπλα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weaponry " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weaponry" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη