Μετάφραση του "weaponless" σε Ελληνικά
Το άοπλος είναι η μετάφραση του "weaponless" σε Ελληνικά.
weaponless
adjective
γραμματική
lacking a weapon [..]
-
άοπλος
AdjectiveBut you're weaponless and flat on your back.
Μα είσαι άοπλος και οριζοντιωμένος με την πλάτη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " weaponless " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη