Μετάφραση του "weaponize" σε Ελληνικά

Οι οπλίζω, εργαλειοποιώ, μετατρέπω σε όπλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weaponize" σε Ελληνικά.

weaponize verb γραμματική

To make into a weapon. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οπλίζω

    verb
  • εργαλειοποιώ

    verb tr. - μτφ.
  • μετατρέπω σε όπλο

  • χρησιμοποιώ ως όπλο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weaponize " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "weaponize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weaponize" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη