Μετάφραση του "weave" σε Ελληνικά

Οι υφαίνω, ύφανση, πλέκω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weave" σε Ελληνικά.

weave verb noun γραμματική

To form something by passing lengths or strands of material over and under one another. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υφαίνω

    verb

    to spin a cocoon or a web [..]

    Today, I will begin to weave a shroud for my lost husband.

    Σήμερα θα αρχίσω να υφαίνω σάβανο για το χαμένο σύζυγο μου.

  • ύφανση

    noun feminine

    a type or way of weaving

    Substantial economies of scales are achieved when weaving large volumes of the same construction.

    Επιτυγχάνονται σημαντικές οικονομίες κλίμακας κατά την ύφανση μεγάλων όγκων της ίδιας δομής του προϊόντος.

  • πλέκω

    verb

    Now, go and weave yourself a basket before I find a jar for you.

    Τώρα, πήγαινε πλέξε κάνα καλαθάκι πριν βρω μια γυάλα και για σένα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υφάνει
    • ελίσσομαι
    • εξυφαίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weave " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "weave"

Φράσεις παρόμοιες με "weave" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weave" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη