Μετάφραση του "weaving" σε Ελληνικά

Οι ύφανση, υφαντουργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weaving" σε Ελληνικά.

weaving noun verb γραμματική

The process of making woven material on a loom. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύφανση

    noun feminine

    process of making woven material

    Substantial economies of scales are achieved when weaving large volumes of the same construction.

    Επιτυγχάνονται σημαντικές οικονομίες κλίμακας κατά την ύφανση μεγάλων όγκων της ίδιας δομής του προϊόντος.

  • υφαντουργία

    feminine

    Other occupations included weaving, stonecutting, shipbuilding, and pottery manufacture.

    Άλλα επαγγέλματα ήταν η υφαντουργία, η λιθοκοπία, η ναυπηγική και η αγγειοπλαστική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weaving " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "weaving" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αργαλειός
  • υφαίνω
  • ελίσσομαι · εξυφαίνω · πλέκω · υφάνει · υφαίνω · ύφανση
  • ελίσσομαι · εξυφαίνω · πλέκω · υφάνει · υφαίνω · ύφανση
  • ελίσσομαι · εξυφαίνω · πλέκω · υφάνει · υφαίνω · ύφανση
  • ελίσσομαι · εξυφαίνω · πλέκω · υφάνει · υφαίνω · ύφανση
  • ελίσσομαι · εξυφαίνω · πλέκω · υφάνει · υφαίνω · ύφανση
  • ελίσσομαι · εξυφαίνω · πλέκω · υφάνει · υφαίνω · ύφανση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weaving" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη