Μετάφραση του "weaver" σε Ελληνικά

Οι υφαντής, υφάντρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "weaver" σε Ελληνικά.

weaver noun γραμματική

Any bird in the family Ploceidae. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υφαντής

    noun masculine

    One who weaves [..]

    Well, you're some kind of wicked web weaver yourself.

    Λοιπόν, Είστε ένα είδος web υφαντής κακό στον εαυτό σας.

  • υφάντρια

    noun feminine

    one who weaves

    When married at sixteen, Amira was already an accomplished weaver.

    Όταν πανδρεύθηκε σε ηλικία δεκαέξη ετών, η Αμιρά ήταν ήδη μια τελειοποιημένη υφάντρια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " weaver " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Weaver proper

An occupational surname for a weaver. [..]

+ Προσθήκη

"Weaver" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Weaver στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "weaver"

Φράσεις παρόμοιες με "weaver" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "weaver" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη