Μετάφραση του "worked up" σε Ελληνικά

Οι έξαλλος, αγανακτισμένος, εκνευρισμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "worked up" σε Ελληνικά.

worked up adjective γραμματική

(idiomatic) Excessively emotional, excited or aroused. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έξαλλος

    Adjective

    Who was it who got most worked up when we suggested marriage to them?

    Ποιος ήταν ο πιο έξαλλος όταν τους προτείναμε να παντρευτούν;

  • αγανακτισμένος

    adjective
  • εκνευρισμένος

    I don't know what you're so worked up about.

    Δεν ξέρω γιατί είσαι τόσο εκνευρισμένος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκτός εαυτού
    • ενοχλημένος
    • κουρντισμένος
    • συναισθηματικός
    • τσαντισμένος
    • τσιτωμένος
    • υστερικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " worked up " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "worked up" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • χαλάω κτ
  • καταστρώνω · μεθοδεύω
  • καλλιεργώ · κινητοποιώ
  • ιδρώνω · κοπιάζω
  • καταφέρνω να γίνω · καταφέρνω να φτάσω · φτάνω κτ σε
  • Συνέχισε έτσι καλά · κρατάω ψηλά τη σημαία · συνεχίστε τις προσπάθειές σας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "worked up" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη