Μετάφραση του "workbox" σε Ελληνικά

Το εργαλειοθήκη είναι η μετάφραση του "workbox" σε Ελληνικά.

workbox noun γραμματική

A toolbox. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργαλειοθήκη

    noun feminine

    A box designed to store and transport tools.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " workbox " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "workbox"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "workbox" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη