Μετάφραση του "worker" σε Ελληνικά
Οι εργάτης, εργάτρια, εργαζόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "worker" σε Ελληνικά.
A person who performs labor for his living, especially manual labor. [..]
-
εργάτης
noun masculineperson who performs labor [..]
I've begun to wonder if she is not a true vessel of grace and a worker of miracles.
Έχω αρχίσει να αναρωτιέμαι αν αυτή δεν είναι ένα αληθινό δοχείο επιείκειας και ένας εργάτης των θαυμάτων.
-
εργάτρια
noun feminineperson who performs labor
You'll not find a keener worker than my sister.
Δεν θα βρείτε πιο έντιμη εργάτρια από την αδελφή μου.
-
εργαζόμενος
noun masculineHe does not have to serve a period in order to qualify as a worker .
Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι αναγκαία η συμπλήρωση καμιάς περιόδου για να χαρακτηρισθεί ο ενδιαφερόμενος ως εργαζόμενος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απασχολούμενος
- δουλευτής
- εργαζόμενος, εργάτης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " worker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "worker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπηρέτης
-
εργάτρια
-
ωράριο εργαζομένων · ωράριο εργασίας
-
κοινοτικός εργαζόμενος
-
νήμα εργασίας
-
εργαζόμενος στη βιομηχανία του σεξ · πόρνη
-
κοινωνικός λειτουργός
-
βοηθητικός εργαζόμενος