Μετάφραση του "working man" σε Ελληνικά
Οι εργάτης, εργαζόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "working man" σε Ελληνικά.
working man
noun
an employee who performs manual or industrial labor
-
εργάτης
noun masculineA working man gets up early if he wants to have an effect on the world.
Ο εργάτης σηκώνεται νωρίς, αν θέλει να έχει επίδραση στον κόσμο.
-
εργαζόμενος
noun masculineWhere, if memory serves, an honest working man can still get a good lancashire hot pot.
Οπου αν θυμάμαι καλά. μπορεί ακόμα ένας σκληρά εργαζόμενος να φάει ένα ψητό κατσαρόλας Λάνκασάιρ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " working man " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη