Μετάφραση του "working knowledge" σε Ελληνικά

Οι λειτουργική γνώση, πρακτικές γνώσεις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "working knowledge" σε Ελληνικά.

working knowledge noun γραμματική

A knowledge of how to make something work without any deeper understanding of why it works, or of how to fix it if it breaks. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λειτουργική γνώση

  • πρακτικές γνώσεις

    (c) a good working knowledge of security technologies and techniques;

    γ) καλές πρακτικές γνώσεις των τεχνολογιών και των τεχνικών ασφάλειας·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " working knowledge " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "working knowledge" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη