Μετάφραση του "workpiece" σε Ελληνικά
Οι τεμάχιο, κομμάτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "workpiece" σε Ελληνικά.
workpiece
noun
γραμματική
in machining, woodworking, etc., the raw material or partially finished piece that is shaped by performing various operations [..]
-
τεμάχιο
noun- the device cannot be used unless it is positioned correctly and with adequate pressure on the workpiece,
- να μην επιτρέπουν τη χρήση της μηχανής εφόσον αυτή δεν είναι τοποθετημένη σωστά και με επαρκή πίεση στο υπό επεξεργασία τεμάχιο,
-
κομμάτι
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " workpiece " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη