Μετάφραση του "workmanship" σε Ελληνικά
Οι τέχνη, εργασία, εκτέλεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "workmanship" σε Ελληνικά.
workmanship
noun
γραμματική
The skill of an artisan or craftsman. [..]
-
τέχνη
noun feminineThe workmanship is undemanding according to our standards.
Σαν τέχνη είναι κατώτερη σύμφωνα με τα στάνταρ μας.
-
εργασία
noun feminineWhen was the last time you were sued for shoddy workmanship, Mr. Knox?
Πότε ήταν η τελευταία φορά που σας μήνυσαν για σκάρτη εργασία, Κε Νοξ;
-
εκτέλεση
noun feminine— checking of the design calculations, method of manufacture, workmanship and materials used,
— τον έλεγχο τον σχετικό με τον υπολογισμό, τον τρόπο κατασκευής, την εκτέλεση της εργασίας και τα χρησιμοποιηθέντα υλικά,
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δεξιοτεχνία
- μαστοριά
- τέχνη , επιδεξιότητα, μαστοριά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " workmanship " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη