Μετάφραση του "workout" σε Ελληνικά
Οι προπόνηση, άσκηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "workout" σε Ελληνικά.
workout
noun
γραμματική
An exercise session; a period of physical exercise. [..]
-
προπόνηση
nounLooks as if the sparring partner is getting all the workout.
Φαίνεται ότι ο βοηθητικός πυγμάχος κάνει όλη την προπόνηση.
-
άσκηση
noun feminineThis ab workout is specifically designed, to strenghthen your core.
Αυτή η άσκηση είναι ειδικά σχεδιασμένη για την εκγύμναση του κορμού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " workout " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη