Μετάφραση του "workspace" σε Ελληνικά
Το χώρος εργασίας είναι η μετάφραση του "workspace" σε Ελληνικά.
workspace
noun
γραμματική
An area allocated for someone to work in, especially in an office [..]
-
χώρος εργασίας
A user interface area in which users perform most tasks.
Cluttered workspace to make you feel cocooned and safe.
Μαζεμένος χώρος εργασίας για να σε κάνει να αισθάνεσαι προφυλαγμένη και ασφαλής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " workspace " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "workspace" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαχείριση χώρου εργασίας
-
χώρος εργασίας μεταδεδομένων
-
Χώρος εργασίας εγγράφων
-
εξερεύνηση χώρου εργασίας
-
απομακρυσμένος χώρος εργασίας
-
Χώρος εργασίας συσκέψεων
-
Κλασικός χώρος εργασίας
-
τοποθεσία χώρου εργασίας εγγράφων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη