Μετάφραση του "workstation" σε Ελληνικά

Οι σταθμός εργασίας, γραφείο, χώρος εργασίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "workstation" σε Ελληνικά.

workstation noun γραμματική

a desktop computer, normally more powerful than a normal PC and often dedicated to a specific task, such as graphics [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σταθμός εργασίας

    masculine

    powerful desktop computer

    You went through the power cable to get to the workstation.

    Πέρασες τα καλώδια ρεύματος για να πας στον σταθμό εργασίας.

  • γραφείο

    noun neuter

    area for single worker

    I didn't have time to print out every single message that came through Erika's workstation.

    Δεν είχα χρόνο να εκτυπώσω όλα τα μηνύματα που βγήκαν από το γραφείο της Έρικα.

  • χώρος εργασίας

    masculine

    area for single worker

    Abby's workstation, and only Abby's, has been very recently and very thoroughly cleaned.

    Ο χώρος εργασίας της Άμπυ και μόνο αυτός, καθαρίστηκε πρόσφατα και σχολαστικά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " workstation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

WorkStation
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σταθμός, θέση εργασίας

Εικόνες με "workstation"

Φράσεις παρόμοιες με "workstation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "workstation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη