Μετάφραση του "wriggle" σε Ελληνικά

Οι στριφογυρίζω, καμπή, σέρνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wriggle" σε Ελληνικά.

wriggle verb noun γραμματική

(intransitive) To slightly twist one's body and quickly move one's limbs. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στριφογυρίζω

    verb

    to twist one's body and move the limbs

  • καμπή

    noun
  • σέρνομαι

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σπαρταράω
    • σπαρταρώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wriggle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "wriggle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wriggle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη