Μετάφραση του "wrongdoing" σε Ελληνικά
Οι αδίκημα, παράπτωμα, αμάρτημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wrongdoing" σε Ελληνικά.
(uncountable) Violation of standards of behavior. [..]
-
αδίκημα
noun neuterinstance of doing wrong
Develop rules and standards of conduct to prevent and effectively sanction police wrongdoings.
Ανάπτυξη κανόνων και προτύπων συμπεριφοράς για την πρόληψη και αποτελεσματική τιμωρία αδικημάτων που διαπράττονται από αστυνομικούς.
-
παράπτωμα
noun neuterviolation of standards
It absolves the Brightborn entity of wrongdoing, and protects the patents from further legal actions.
Αυτό απαλλάσσει τη Μπράιτμπορν από κάθε παράπτωμα, και προστατεύει τις πατέντες από περαιτέρω νομικές κυρώσεις.
-
αμάρτημα
noun neuterviolation of standards
How might some cases be handled if few know of the wrongdoing?
Πώς θα μπορούσε να γίνει ο χειρισμός μερικών περιπτώσεων εάν γνώριζαν για το αμάρτημα μόνο λίγοι;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αδικοπραγία
- παρανομία
- αδικία
- αδικοπραξία
- ατασθαλία
- ηθική παρεκτροπή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " wrongdoing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Wrongdoing" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Wrongdoing στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.