Μετάφραση του "adicto" σε Ελληνικά

Οι εθισμένος, εξαρτημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adicto" σε Ελληνικά.

adicto adjective noun masculine γραμματική

Persona que se ha vuelto dependiente de algo, especialmente de drogas.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εθισμένος

    noun masculine

    Oye, seguro que te lo dicen a menudo, pero soy adicto a tu página web.

    Υποθέτω το ακούς συνέχεια αλλά είμαι απίστευτα εθισμένος στο σάιτ σου φίλε.

  • εξαρτημένος

    adjective masculine

    Lo que digo es que si fuera adicta un cuarto así me haría volver al vicio.

    Απλά λέω ότι αν ήμουν εξαρτημένος, θα αυτοκτονούσα βλέποντας ένα χώρο σαν αυτόν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adicto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adicto" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adicto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη