Μετάφραση του "aserradero" σε Ελληνικά

Το πριονιστήριο είναι η μετάφραση του "aserradero" σε Ελληνικά.

aserradero noun masculine γραμματική

Instalación en donde se procesan árboles cortados para producir madera.

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πριονιστήριο

    neuter

    Algunas tragedias más, y puede que Josie hunda el aserradero ella misma.

    Ακόμη λίγες τραγωδίες, κι η Τζόσι θα καταστρέψει μονή της το πριονιστήριο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aserradero " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "aserradero"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aserradero" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη