Μετάφραση του "combate" σε Ελληνικά

Οι μάχη, αγώνας, συμπλοκή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "combate" σε Ελληνικά.

combate noun verb masculine γραμματική

Batalla, pelea (en la que con frecuencia se usan armas); lucha por la victoria. [..]

+ Προσθήκη

Ισπανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάχη

    noun feminine

    conflicto violento intencional destinado a establecer el dominio sobre el oponente

    Este combate cuerpo a cuerpo me resulta muy desagradable.

    Βρίσκω αυτή τη σώμα με σώμα μάχη αρκετά αηδιαστική.

  • αγώνας

    noun masculine

    Primer combate después de dos años y es perfecto.

    Πρώτος αγώνας σε δυο χρόνια και βρίσκεται σε τέλεια κατάσταση.

  • συμπλοκή

    noun feminine

    Otros caballeros de honor y yo mismo oímos como contabas que habías sido enviado antes de ningún combate.

    Εγώ ο ίδιος και άλλοι έντιμοι ιππότες, ακούσαμε να λες πως αποστάλθηκες πριν οποιαδήποτε συμπλοκή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαμάχη
    • μποξ
    • σύρραξη
    • αγώνας πυγμαχίας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " combate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "combate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "combate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη